φόνος


φόνος
ὁ φόνος резня, убийство

Древнегреческо-русский учебный словарь. - С-П.: "Нотабене". 1997.

Смотреть что такое "φόνος" в других словарях:

  • φονός — murderess fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φόνος — murder masc nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φονός — (I) ἡ, Α αυτή που φονεύει, φονεύτρια. [ΕΤΥΜΟΛ. < Ο τ. φονός (ἡ) < φόνος, με καταβιβασμό τού τόνου. Η ύπαρξη τού επιθ. φονός, ή, όν παραμένει αμφίβολη]. (II) ή, όν, Α φονικός. [ΕΤΥΜΟΛ. Βλ. λ. φονός (Ι)] …   Dictionary of Greek

  • φόνος — ο, ΝΜΑ 1. βίαιη αφαίρεση τής ζωής, σκότωμα, φονικό, δολοφονία 2. κοινή, σήμερα, ονομασία είδους φυτού τού γένους ατρακτυλίς νεοελλ. ανθρωποκτονία αρχ. 1. ο θάνατος ως ποινή, η θανατική ποινή 2. τόπος όπου έγινε η παραπάνω πράξη 3. το αίμα που… …   Dictionary of Greek

  • φόνος — [фонос] ουσ. а убийство …   Λεξικό Ελληνικά-ρωσική νέα (Греческо-русский новый словарь)

  • φόνος — ο 1. βίαιη αφαίρεση της ζωής, βίαιος θάνατος, ανθρωποκτονία, φονικό, σκότωμα: Δύο φόνοι από αυτοκινητικό δυστύχημα. 2. (νομ.), προμελετημένη ανθρωποκτονία (σε αντιδιαστολή με την «αναίρεση»): Έστησε ενέδρα κι έκανε φόνο …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • φόνω — φόνος murder masc nom/voc/acc dual φόνος murder masc gen sg (doric aeolic) φονόω stain with blood pres imperat act 2nd sg (doric aeolic) φονόω stain with blood imperf ind act 3rd sg (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Фонос —    • Φόνος, φονικά,        1. см. Άρειος πάγος, Ареопаг;        2. Έφέται, Эфеты …   Реальный словарь классических древностей

  • φονόν — φονός murderess fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φόνοι — φόνος murder masc nom/voc pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • φόνοιο — φόνος murder masc gen sg (epic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)